Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schnupfen
[gender: masculine]
01
βήχας, μύτη που τρέχει
Viel Nasenschleim, der aus der Nase läuft
Παραδείγματα
Er benutzt ein Taschentuch bei Schnupfen.
Χρησιμοποιεί μαντήλι για τοκρυολόγημα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βήχας, μύτη που τρέχει