Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schnittlauch
01
σχοινόπρασο, κρεμμυδάκι
eine kleine grüne Pflanze mit dünnen Stielen, die oft zum Würzen verwendet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schnittlauchs
πληθυντικός τύπος
Schnittlauch
Παραδείγματα
Schnittlauch wächst gut im Garten oder auf der Fensterbank.
Το σχοινόπρασο μεγαλώνει καλά στον κήπο ή στο περβάζι του παραθύρου.



























