Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Schnäppchen
01
καλή αγορά, ευκαιρία
Ein Produkt, das besonders günstig oder unter seinem normalen Preis angeboten wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Schnäppchens
πληθυντικός τύπος
Schnäppchen
Παραδείγματα
Ich habe dieses Kleid für nur 20 Euro gekauft - ein echtes Schnäppchen!
Αγόρασα αυτό το φόρεμα για μόλις 20 ευρώ - μια πραγματική ευκαιρία !



























