schnuppern

Ορισμός και σημασία του "schnuppern"στα γερμανικά

schnuppern
01

μυρίζω, οσφραίνομαι

Mit der Nase kurz und leicht an etwas riechen
schnuppern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schnuppere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schnuppert
ενεστώτα μετοχή
schnuppernd
απλός αόριστος
schnupperte
παθητική μετοχή
geschnuppert
Παραδείγματα
Die Katze schnupperte an meinem Essen.
Η γάτα μύρισε το φαγητό μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store