Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schnuppern
01
μυρίζω, οσφραίνομαι
Mit der Nase kurz und leicht an etwas riechen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schnuppere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schnuppert
ενεστώτα μετοχή
schnuppernd
απλός αόριστος
schnupperte
παθητική μετοχή
geschnuppert
Παραδείγματα
Die Katze schnupperte an meinem Essen.
Η γάτα μύρισε το φαγητό μου.



























