Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schildern
01
περιγράφω
Etwas ausführlich und detailliert beschreiben oder darstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schildere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schildert
ενεστώτα μετοχή
schildern
απλός αόριστος
schilderte
παθητική μετοχή
geschildert
Παραδείγματα
Im Meeting schilderte sie die Herausforderungen des Projekts.
Στη συνάντηση, περιέγραψε τις προκλήσεις του έργου.



























