Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schirm
[gender: masculine]
01
ομπρέλα, αντηλιακή ομπρέλα
Der Gegenstand zum Schutz vor Regen oder Sonne
Παραδείγματα
Sie öffnet den Schirm.
Ανοίγει την ομπρέλα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ομπρέλα, αντηλιακή ομπρέλα