der schirm
schirm
ʃɪɐm
shim

Ορισμός και σημασία του "schirm"στα γερμανικά

01

ομπρέλα, αντηλιακή ομπρέλα

Der Gegenstand zum Schutz vor Regen oder Sonne 
der Schirm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schirme
γενική πτώση
Schirm(e)s
Παραδείγματα
Ich nehme meinen Schirm mit. 

Παίρνω μαζί μου την ομπρέλα μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store