das schicksal
schick
ˈʃɪk
shik
sal
sa:l
sal

Ορισμός και σημασία του "schicksal"στα γερμανικά

01

μοίρα, πεπρωμένο

Die Macht oder Kraft, die den Verlauf des Lebens bestimmt 
das Schicksal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Schicksal(e)s
πληθυντικός τύπος
Schicksale
Παραδείγματα
Niemand kennt sein Schicksal. 

Κανείς δεν γνωρίζει τη μοίρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store