Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Schicksal
01
μοίρα, πεπρωμένο
Die Macht oder Kraft, die den Verlauf des Lebens bestimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Schicksale
γενική πτώση
Schicksal(e)s
Παραδείγματα
Niemand kennt sein Schicksal.
Κανείς δεν γνωρίζει τη μοίρα του.
LanGeek



























