schick
Pronunciation
/ʃɪk/
chic

Ορισμός και σημασία του "schick"στα γερμανικά

01

κομψός, καλαίσθητος

Modisch und gepflegt wirkend
schick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schicksten
συγκριτικός βαθμός
schicker
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die schicke Handtasche passt perfekt zu deinem Outfit.
Η κομψή τσάντα ταιριάζει απόλυτα με το ντύσιμό σας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store