schick
schick
ʃɪk
shik
schlickschockscheck
chic

Ορισμός και σημασία του "schick"στα γερμανικά

01

κομψός, καλαίσθητος

Modisch und gepflegt wirkend 
schick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schicksten
συγκριτικός βαθμός
schicker
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Mode, Erscheinung, Stil
Παραδείγματα
Dein neues Kleid ist wirklich schick! 

Το νέο σου φόρεμα είναι πραγματικά κομψό !

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store