der schein
schein
ʃaɛ̯n
σαεν
schwein

Ορισμός και σημασία του "schein"στα γερμανικά

01

χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο

Stück Papiergeld mit einem bestimmten Geldwert 
der Schein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Scheine
γενική πτώση
Schein(e)s
Παραδείγματα
Ich habe nur einen Schein und kein Kleingeld. 

Έχω μόνο ένα χαρτονόμισμα και δεν έχω ψιλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store