der rücktritt
rückt
ˈʁʏkt
rukt
ritt
ʁɪt
rit

Ορισμός και σημασία του "rücktritt"στα γερμανικά

Der Rücktritt
01

παραίτηση, αποχώρηση

Das freiwillige oder erzwungene Aufgeben eines Amtes oder einer Position 
der Rücktritt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Rücktritte
γενική πτώση
Rücktritt(e)s
Παραδείγματα
Der Präsident erklärte seinen Rücktritt nach dem Skandal. 

Ο πρόεδρος ανακοίνωσε την παραίτησή του μετά το σκάνδαλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store