rentabel
ren
ʁɛn
ren
tabel
ˈta:bl
tabl

Ορισμός και σημασία του "rentabel"στα γερμανικά

01

κερδοφόρος, επικερδής

Gewinn bringend 
rentabel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am rentabelsten
συγκριτικός βαθμός
rentabler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Wirtschaft, Geschäft, Finanzen
Παραδείγματα
Das Geschäft ist erst nach zwei Jahren rentabel geworden. 

Η επιχείρηση έγινε κερδοφόρα μόνο μετά από δύο χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store