die religiosität
religiosität
ʁeligi̯ozitɛ:t
religiozitet

Ορισμός και σημασία του "religiosität"στα γερμανικά

Die Religiosität
01

θρησκευτικότητα, ευσέβεια

Die persönliche Einstellung eines Menschen zur Religion und wie stark er seinen Glauben lebt 
die Religiosität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Religiosität
Παραδείγματα
Ihre Religiosität zeigt sich in täglichem Gebet. 

Η θρησκευτικότητά της εκδηλώνεται στην καθημερινή προσευχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store