Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rennen
01
τρέχω, οριμάω
Sich schnell zu Fuß fortbewegen, meist mit hoher Geschwindigkeit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
renne
γ΄ ενικό πρόσωπο
rennt
ενεστώτα μετοχή
rennend
απλός αόριστος
rannte
παθητική μετοχή
gerannt
Παραδείγματα
Die Kinder rennen durch den Garten.
Τα παιδιά τρέχουν στον κήπο.
Das Rennen
01
- , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
rennens
πληθυντικός τύπος
rennen



























