Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rennen
[past form: rannte]
01
τρέχω, οριμάω
Sich schnell zu Fuß fortbewegen, meist mit hoher Geschwindigkeit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
renne
γ΄ ενικό πρόσωπο
rennt
ενεστώτα μετοχή
rennend
απλός αόριστος
rannte
παθητική μετοχή
gerannt
Παραδείγματα
Wir mussten rennen, um den Zug zu erwischen.
Έπρεπε να τρέξουμε για να προλάβουμε το τρένο.
Das Rennen
[gender: neuter]
01
مسابقه دو
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
rennens
πληθυντικός τύπος
rennen



























