reparieren
re
ʁe
ρε
pa
pa
πα
rie
ˈʁi:
ρι
ren
ʁən
ραν
referieren

Ορισμός και σημασία του "reparieren"στα γερμανικά

reparieren
01

επισκευάζω, διορθώνω

Etwas Kaputtes wieder in Ordnung bringen 
reparieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
repariere
γ΄ ενικό πρόσωπο
repariert
ενεστώτα μετοχή
reparierend
απλός αόριστος
reparierte
παθητική μετοχή
repariert
Παραδείγματα
Ich repariere mein Fahrrad. 

Επισκευάζω το ποδήλατό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store