Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reparieren
01
επισκευάζω, διορθώνω
Etwas Kaputtes wieder in Ordnung bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
repariere
γ΄ ενικό πρόσωπο
repariert
ενεστώτα μετοχή
reparierend
απλός αόριστος
reparierte
παθητική μετοχή
repariert
Παραδείγματα
Die Waschmaschine ist repariert.
Το πλυντήριο είναι επισκευασμένο.



























