reparieren
Pronunciation
/ʀepaˈʀiːʀən/

Ορισμός και σημασία του "reparieren"στα γερμανικά

reparieren
01

επισκευάζω, διορθώνω

Etwas Kaputtes wieder in Ordnung bringen
reparieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
repariere
γ΄ ενικό πρόσωπο
repariert
ενεστώτα μετοχή
reparierend
απλός αόριστος
reparierte
παθητική μετοχή
repariert
Παραδείγματα
Die Waschmaschine ist repariert.
Το πλυντήριο είναι επισκευασμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store