Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reizen
01
παρασύρω, προσελκύω
Neugier, Interesse oder Begierde wecken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reize
γ΄ ενικό πρόσωπο
reizt
ενεστώτα μετοχή
reizend
απλός αόριστος
reizte
παθητική μετοχή
gereizt
Παραδείγματα
Das Abenteuer reizt ihn sehr.
Η περιπέτεια τον ελκύει πολύ.
02
προκαλώ, ενοχλώ
Jemanden oder Tier absichtlich ärgern oder provozieren.
Παραδείγματα
Sie reizte den Hund mit einem Stock.
Αυτή προκάλεσε το σκυλί με ένα ραβδί.



























