Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reizen
[past form: reizte]
01
παρασύρω, προσελκύω
Neugier, Interesse oder Begierde wecken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reize
γ΄ ενικό πρόσωπο
reizt
ενεστώτα μετοχή
reizend
απλός αόριστος
reizte
παθητική μετοχή
gereizt
Παραδείγματα
Der Duft von frischem Brot reizt mich immer zum Kauf.
Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού πάντα με διεγείρει να το αγοράσω.
02
προκαλώ, ενοχλώ
Jemanden oder Tier absichtlich ärgern oder provozieren.
Παραδείγματα
Hör auf, mich zu reizen!
Σταμάτα να με ερεθίζεις!



























