Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reichen
01
αρκώ
Ausreichend sein für einen bestimmten Zweck oder eine bestimmte Zeit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reiche
γ΄ ενικό πρόσωπο
reicht
ενεστώτα μετοχή
reichend
απλός αόριστος
reichte
παθητική μετοχή
gereicht
Παραδείγματα
Das Geld reicht nicht für einen Urlaub.
Τα χρήματα δεν αρκούν για διακοπές.
02
περνώ
Jemandem etwas mit der Hand übergeben
Παραδείγματα
Kannst du mir das Salz reichen?
Μπορείς να μου δώσεις το αλάτι;
03
φτάνω, προσβάλλω
Eine bestimmte räumliche Ausdehnung haben oder bis zu einem Punkt gehen
Παραδείγματα
Die Äste reichen bis zum Fenster.
Τα κλαδιά φτάνουν μέχρι το παράθυρο.



























