Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reichtum
01
πλούτος, περιουσία
Großer Besitz an Geld, Dingen oder Werten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Reichtums
πληθυντικός τύπος
Reichtümer
Παραδείγματα
Sein Reichtum ist durch harte Arbeit entstanden.
Ο πλούτος του προέκυψε από σκληρή δουλειά.



























