Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reflektieren
[past form: reflektierte]
01
αντανακλώ, ανακλώ
Licht, Schall oder Wärme zurückwerfen
Παραδείγματα
Die Wasseroberfläche reflektierte den Mond wie ein Spiegel.
Η επιφάνεια του νερού αντικατόπτριζε το φεγγάρι σαν καθρέφτη.
02
αναλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά
Etwas bewusst und tiefgehend denken oder überprüfen
Παραδείγματα
Gute Führungskräfte reflektieren regelmäßig ihr Handeln.
Οι καλοί ηγέτες αναλογίζονται τακτικά τις πράξεις τους.


























