Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reflektieren
01
αντανακλώ, ανακλώ
Licht, Schall oder Wärme zurückwerfen
γραμματικές πληροφορίες
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
reflektierte
παθητική μετοχή
reflektiert
Παραδείγματα
Die Spiegel reflektieren das Sonnenlicht.
Οι καθρέφτες αντανακλούν το φως του ήλιου.
02
αναλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά
Etwas bewusst und tiefgehend denken oder überprüfen
Παραδείγματα
Ich reflektiere oft über meine Entscheidungen.
Συχνά αναλογίζομαι τις αποφάσεις μου.



























