Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reflektieren
[past form: reflektierte]
01
αντανακλώ, ανακλώ
Licht, Schall oder Wärme zurückwerfen
02
αναλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά
Etwas bewusst und tiefgehend denken oder überprüfen
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αντανακλώ, ανακλώ
αναλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά