Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reflex
[gender: masculine]
01
ανάκλαση, αντήχηση
Die Rückstrahlung von Licht, Schall oder Wellen an einer Oberfläche
Παραδείγματα
Die Spiegelung in der Fensterscheibe zeigte einen klaren Reflex.
Ο αντανακλασμός στο τζάμι του παραθύρου έδειχνε μια σαφή αντανάκλαση.
02
αντανακλαστικό, αυτόματη αντίδραση
Eine automatische, unbewusste Reaktion des Körpers auf einen Reiz
Παραδείγματα
Niesen ist ein Schutzreflex des Körpers.
Το φτέρνισμα είναι ένας προστατευτικός αντανακλαστικός του σώματος.


























