Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
referieren
01
παρουσιάζω, αναφέρω
Den Kern von wissenschaftlichen Arbeiten oder Forschungsständen mündlich oder schriftlich strukturiert präsentieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
referiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
referiert
ενεστώτα μετοχή
referierend
απλός αόριστος
referierte
παθητική μετοχή
referiert
Παραδείγματα
Die Doktorandin referierte die wichtigsten Studien ihres Fachgebiets.
Η διδακτορική φοιτήτρια παρουσίασε τις σημαντικότερες μελέτες του τομέα της.
02
παρουσιάζω διάλεξη, κάνω ομιλία
Ein Thema systematisch und fachlich gegliedert in einem mündlichen Vortrag darstellen
Παραδείγματα
Der Professor referiert heute über Quantenphysik.
Ο καθηγητής δίνει διάλεξη σήμερα για την κβαντική φυσική.



























