Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Reduktion
[gender: feminine]
01
μείωση, ελάττωση
Die Verringerung oder Herabsetzung von etwas
Παραδείγματα
Eine Reduktion der Arbeitszeit wird diskutiert.
Μείωση των ωρών εργασίας συζητείται.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μείωση, ελάττωση