die Redensart
Pronunciation
/ˈʀeːdn̩sˌʔaːɐ̯t/

Ορισμός και σημασία του "redensart"στα γερμανικά

Die Redensart
[gender: feminine]
01

ιδιωματική έκφραση, έκφραση

Feste Wortverbindung oder Ausdruck, der eine bestimmte Bedeutung hat und oft bildlich ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Redensart
πληθυντικός τύπος
Redensarten
Παραδείγματα
In diesem Buch werden viele Redensarten erklärt.
Redensart (που σημαίνει "Σταθερή συνδυασμός λέξεων ή έκφραση με συγκεκριμένη σημασία και συχνά εικονική") εξηγείται σε αυτό το βιβλίο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store