Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rasieren
01
ξυρίζω, ξυρίζομαι
Haare mit einem Rasierer entfernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rasiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
rasiert
ενεστώτα μετοχή
rasierend
απλός αόριστος
rasierte
παθητική μετοχή
rasiert
Παραδείγματα
Er rasierte sich jeden Morgen vor der Arbeit.
Έ ξυρίζονταν κάθε πρωί πριν από τη δουλειά.



























