quatschen
quatschen
kvaʧn
kvachn
quetschenquietschen

Ορισμός και σημασία του "quatschen"στα γερμανικά

quatschen
01

κουβεντιάζω, φλυαρώ

Informell und oft ohne ernsten Inhalt plaudern oder schwätzen 
quatschen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
quatsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
quatscht
ενεστώτα μετοχή
quatschend
απλός αόριστος
quatschte
παθητική μετοχή
gequatscht
Παραδείγματα
Hör auf zu quatschen und konzentrier dich auf die Arbeit! 

Σταμάτα να κουβεντιάζεις και συγκεντρώσου στη δουλειά!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store