Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quatschen
[past form: quatschte]
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
Informell und oft ohne ernsten Inhalt plaudern oder schwätzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
quatsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
quatscht
ενεστώτα μετοχή
quatschend
απλός αόριστος
quatschte
παθητική μετοχή
gequatscht
Παραδείγματα
Sie quatschten stundenlang über Serien.
Αυτοί κουβεντιάζανε για ώρες για τις σειρές.



























