Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quatschen
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
Informell und oft ohne ernsten Inhalt plaudern oder schwätzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
quatsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
quatscht
ενεστώτα μετοχή
quatschend
απλός αόριστος
quatschte
παθητική μετοχή
gequatscht
Παραδείγματα
Hör auf zu quatschen und konzentrier dich auf die Arbeit!
Σταμάτα να κουβεντιάζεις και συγκεντρώσου στη δουλειά!
LanGeek



























