Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quer
01
απέναντι, λοξά
Etwas verläuft oder geht von einer Seite zur anderen, oft durch die Mitte
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Das Kind läuft quer über die Straße.
Το παιδί τρέχει αναπόδραστα στον δρόμο.
02
διαγώνια, λοξά
Schief oder schräg
Παραδείγματα
Das Bild hängt quer an der Wand.
Η εικόνα κρέμεται λοξά στον τοίχο.



























