Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quer
01
απέναντι, λοξά
Etwas verläuft oder geht von einer Seite zur anderen, oft durch die Mitte
Παραδείγματα
Der Fluss fließt quer durch das Tal.
Το ποτάμι ρέει διαμέσου της κοιλάδας.
02
διαγώνια, λοξά
Schief oder schräg
Παραδείγματα
Der Tisch steht nicht gerade, sondern quer im Zimmer.
Το τραπέζι δεν είναι ίσιο, αλλά λοξά στο δωμάτιο.


























