Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Quittung
[gender: feminine]
01
απόδειξη, παραλαβή
Ein schriftlicher Nachweis über eine Zahlung oder Leistung
Παραδείγματα
Ohne Quittung ist kein Umtausch möglich.
Χωρίς απόδειξη, δεν είναι δυνατή καμία ανταλλαγή.


























