die Quittung
Pronunciation
/ˈkvɪtʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "quittung"στα γερμανικά

Die Quittung
[gender: feminine]
01

απόδειξη, παραλαβή

Ein schriftlicher Nachweis über eine Zahlung oder Leistung
die Quittung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Quittung
πληθυντικός τύπος
Quittungen
Παραδείγματα
Ohne Quittung ist kein Umtausch möglich.
Χωρίς απόδειξη, δεν είναι δυνατή καμία ανταλλαγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store