die quittung
quittung
kvɪtʊng
κβιτουνγκ

Ορισμός και σημασία του "quittung"στα γερμανικά

01

απόδειξη, παραλαβή

Ein schriftlicher Nachweis über eine Zahlung oder Leistung 
die Quittung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Quittungen
γενική πτώση
Quittung
Παραδείγματα
Die Quittung zeigt den genauen Betrag an. 

Η απόδειξη δείχνει το ακριβές ποσό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store