Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Praxis
01
πρακτική, πρακτική εφαρμογή
Die praktische Anwendung von Wissen oder Fähigkeiten
Παραδείγματα
Die Praxis hilft, das Gelernte zu verstehen.
Η πρακτική βοηθά στην κατανόηση όσων έχουν μάθει.
02
πρακτική
Erfahrung, die durch wiederholte Anwendung oder Nutzung entsteht
Παραδείγματα
Praxis ist wichtig, um sicher zu werden.
Πράξη είναι σημαντικό για να γίνει κανείς σίγουρος.
03
ιατρείο, γραφείο του γιατρού
Ein Ort, an dem ein Arzt Patienten behandelt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Praxis
πληθυντικός τύπος
Praxen
Παραδείγματα
Ich habe morgen einen Termin in der Praxis.
Έχω ένα ραντεβού αύριο στο γιατρείο.



























