Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Praxis
[gender: feminine]
01
πρακτική, πρακτική εφαρμογή
Die praktische Anwendung von Wissen oder Fähigkeiten
Παραδείγματα
Er braucht mehr Praxis, um besser zu werden.
Χρειάζεται περισσότερη πρακτική για να γίνει καλύτερος.
02
πρακτική
Erfahrung, die durch wiederholte Anwendung oder Nutzung entsteht
Παραδείγματα
Mehr Praxis bringt bessere Ergebnisse.
Περισσότερη πρακτική φέρνει καλύτερα αποτελέσματα.
03
ιατρείο, γραφείο του γιατρού
Ein Ort, an dem ein Arzt Patienten behandelt
Παραδείγματα
Die Praxis liegt neben der Apotheke.
Το ιατρείο βρίσκεται δίπλα στο φαρμακείο.


























