Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Pranke
[gender: feminine]
01
νύχι, πατούσα
Die große Pfote eines Raubtiers wie Bär oder Löwe
Παραδείγματα
Die Pranke hinterlässt tiefe Spuren im Boden.
Το νύχι αφήνει βαθιά ίχνη στο έδαφος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
νύχι, πατούσα