Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
praktizieren
01
ασκώ, πρακτικάρω
Eine Tätigkeit ausüben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
praktiziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
praktiziert
ενεστώτα μετοχή
praktizierend
απλός αόριστος
praktizierte
παθητική μετοχή
praktiziert
Παραδείγματα
Viele Buddhisten praktizieren tägliche Meditation.
Πολλοί Βουδιστές ασκούν καθημερινή διαλογισμό.



























