Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plädieren
01
υποστηρίζω
Für etwas sprechen oder sich für etwas einsetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
plädiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
plädiert
ενεστώτα μετοχή
plädierend
απλός αόριστος
plädierte
παθητική μετοχή
plädiert
Παραδείγματα
Er plädiert vehement gegen Gewalt.
Υπερασπίζομαι σημαίνει να μιλάς υπέρ κάτι ή να ασχολείσαι με κάτι.



























