plädieren
Pronunciation
/plɛˈdiːʀən/

Ορισμός και σημασία του "plädieren"στα γερμανικά

plädieren
01

υποστηρίζω

Für etwas sprechen oder sich für etwas einsetzen
plädieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
plädiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
plädiert
ενεστώτα μετοχή
plädierend
απλός αόριστος
plädierte
παθητική μετοχή
plädiert
Παραδείγματα
Er plädiert vehement gegen Gewalt.
Υπερασπίζομαι σημαίνει να μιλάς υπέρ κάτι ή να ασχολείσαι με κάτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store