picknicken
pick
ˈpɪk
pik
ni
ˌnɪ
ni
cken
kən
kēn

Ορισμός και σημασία του "picknicken"στα γερμανικά

picknicken
01

κάνω πικνίκ, πάω για πικνίκ

Draußen essen und Zeit verbringen, meist im Park oder in der Natur 
picknicken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
picknicke
γ΄ ενικό πρόσωπο
picknickt
ενεστώτα μετοχή
picknickend
απλός αόριστος
picknickte
παθητική μετοχή
gepicknickt
Παραδείγματα
Wir wollen am Sonntag im Park picknicken. 

Θέλουμε να κάνουμε πικνίκ στο πάρκο την Κυριακή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store