Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
picknicken
[past form: picknickte]
01
κάνω πικνίκ, πάω για πικνίκ
Draußen essen und Zeit verbringen, meist im Park oder in der Natur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
picknicke
γ΄ ενικό πρόσωπο
picknickt
ενεστώτα μετοχή
picknickend
απλός αόριστος
picknickte
παθητική μετοχή
gepicknickt
Παραδείγματα
Er hat einen Korb vorbereitet, um zu picknicken.
Προετοίμασε ένα καλάθι για να κάνει πικνίκ.



























