Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Phänomen
[gender: neuter]
01
φαινόμενο, φαινόμενο
Eine bemerkenswerte Erscheinung oder ein besonderes Ereignis, das wissenschaftlich, sozial oder kulturell bedeutsam ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Phänomen(e)s
πληθυντικός τύπος
Phänomene
Παραδείγματα
Sprachwandel ist ein linguistisches Phänomen.
Η γλωσσική αλλαγή είναι ένα γλωσσολογικό φαινόμενο.



























