das phänomen
phä
fe
no
no
no
men
ˈme:n
men

Ορισμός και σημασία του "phänomen"στα γερμανικά

01

φαινόμενο, φαινόμενο

Eine bemerkenswerte Erscheinung oder ein besonderes Ereignis, das wissenschaftlich, sozial oder kulturell bedeutsam ist 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Phänomen(e)s
πληθυντικός τύπος
Phänomene
Παραδείγματα
Dieses meteorologische Phänomen tritt nur im Winter auf. 

Αυτό το μετεωρολογικό φαινόμενο εμφανίζεται μόνο το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store