Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Phänomen
01
φαινόμενο, φαινόμενο
Eine bemerkenswerte Erscheinung oder ein besonderes Ereignis, das wissenschaftlich, sozial oder kulturell bedeutsam ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Phänomen(e)s
πληθυντικός τύπος
Phänomene
Παραδείγματα
Dieses meteorologische Phänomen tritt nur im Winter auf.
Αυτό το μετεωρολογικό φαινόμενο εμφανίζεται μόνο το χειμώνα.



























