Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Phase
01
φάση
Ein zeitlich begrenzter Abschnitt eines Prozesses oder einer Entwicklung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Phase
πληθυντικός τύπος
Phasen
Παραδείγματα
Jede Lernphase bringt neue Herausforderungen.
Κάθε φάση μάθησης φέρνει νέες προκλήσεις.



























