Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pflügen
01
οργώνω, αροτριώνω
Den Boden mit einem Pflug umgraben
Παραδείγματα
Ich habe noch nie selbst ein Feld gepflügt.
Δεν έχω ποτέ οργώσει μόνος μου ένα χωράφι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
οργώνω, αροτριώνω