Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pflegen
01
φροντίζω, περιθάλπω
Sich regelmäßig um jemanden oder etwas kümmern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflege
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflegt
ενεστώτα μετοχή
pflegend
απλός αόριστος
pflegte
παθητική μετοχή
gepflegt
Παραδείγματα
Die Krankenschwester pflegt den Patienten.
Η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.
02
έχω τη συνήθεια, συνηθίζω
Etwas regelmäßig oder typischerweise tun
Παραδείγματα
Er pflegt morgens lange zu schlafen.
Έχει τη συνήθεια να κοιμάται μέχρι αργά το πρωί.
03
διατηρώ, καλλιεργώ
Etwas bewusst und mit Freude betreiben oder erhalten
Παραδείγματα
Sie pflegt eine Vorliebe für klassische Musik.
Αυτή καλλιεργεί μια προτίμηση για κλασική μουσική.



























