Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Phantasie
[gender: feminine]
01
φαντασία, φαντασία
Die Fähigkeit, sich Dinge vorzustellen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Phantasie
πληθυντικός τύπος
Phantasien
Παραδείγματα
Phantasie macht das Leben bunter.
Η φαντασία κάνει τη ζωή πιο χρωματιστή.



























