die phantasie
phan
fan
fan
ta
ta
ta
sie
ˈzi:
zi
fantasiefantasy

Ορισμός και σημασία του "phantasie"στα γερμανικά

01

φαντασία, φαντασία

Die Fähigkeit, sich Dinge vorzustellen 
die Phantasie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Phantasien
γενική πτώση
Phantasie
Παραδείγματα
Kinder haben viel Phantasie. 

Τα παιδιά έχουν πολλή φαντασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store