pflügen
pflügen
pfly:gng
pflygng
pflegen

Ορισμός και σημασία του "pflügen"στα γερμανικά

pflügen
01

οργώνω, αροτριώνω

Den Boden mit einem Pflug umgraben 
pflügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflügt
ενεστώτα μετοχή
pflügend
απλός αόριστος
pflügte
παθητική μετοχή
gepflügt
Παραδείγματα
Der Bauer pflügt das Feld im Frühjahr. 

Ο αγρότης οργώνει το χωράφι την άνοιξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store