pflügen

Ορισμός και σημασία του "pflügen"στα γερμανικά

pflügen
01

οργώνω, αροτριώνω

Den Boden mit einem Pflug umgraben
pflügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflügt
ενεστώτα μετοχή
pflügend
απλός αόριστος
pflügte
παθητική μετοχή
gepflügt
Παραδείγματα
Ich habe noch nie selbst ein Feld gepflügt.
Δεν έχω ποτέ οργώσει μόνος μου ένα χωράφι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store