Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pflügen
01
οργώνω, αροτριώνω
Den Boden mit einem Pflug umgraben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflügt
ενεστώτα μετοχή
pflügend
απλός αόριστος
pflügte
παθητική μετοχή
gepflügt
Παραδείγματα
Ich habe noch nie selbst ein Feld gepflügt.
Δεν έχω ποτέ οργώσει μόνος μου ένα χωράφι.



























