Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pflügen
01
οργώνω, αροτριώνω
Den Boden mit einem Pflug umgraben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflügt
ενεστώτα μετοχή
pflügend
απλός αόριστος
pflügte
παθητική μετοχή
gepflügt
Παραδείγματα
Der Bauer pflügt das Feld im Frühjahr.
Ο αγρότης οργώνει το χωράφι την άνοιξη.



























