Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pflücken
[past form: pflückte]
01
μαζεύω, κοβω
Früchte, Blumen oder Blätter von Pflanzen durch Abreißen oder Abschneiden ernten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflückt
ενεστώτα μετοχή
pflückend
απλός αόριστος
pflückte
παθητική μετοχή
gepflückt
Παραδείγματα
Die Kinder pflückten Gänseblümchen für einen Blumenstrauß.
Τα παιδιά μάζεψαν μαργαρίτες για να φτιάξουν ένα μπουκέτο.



























