pflücken
Pronunciation
/ˈpflʏkn̩/

Ορισμός και σημασία του "pflücken"στα γερμανικά

pflücken
[past form: pflückte]
01

μαζεύω, κοβω

Früchte, Blumen oder Blätter von Pflanzen durch Abreißen oder Abschneiden ernten
pflücken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflückt
ενεστώτα μετοχή
pflückend
απλός αόριστος
pflückte
παθητική μετοχή
gepflückt
Παραδείγματα
Die Kinder pflückten Gänseblümchen für einen Blumenstrauß.
Τα παιδιά μάζεψαν μαργαρίτες για να φτιάξουν ένα μπουκέτο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store