Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parkieren
[past form: parkiete]
01
παρκάρω, σταθμεύω
Ein Fahrzeug an einem bestimmten Ort abstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
parkiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
parkiert
ενεστώτα μετοχή
parkierend
απλός αόριστος
parkiete
παθητική μετοχή
parkiet
Παραδείγματα
Darf man hier überhaupt parkieren?
Επιτρέπεται καθόλου να παρκάρουμε εδώ;



























