der parasit
pa
pa
pa
ra
ʁa
ra
sit
ˈsi:t
sit

Ορισμός και σημασία του "parasit"στα γερμανικά

01

παράσιτο, τζαμπατζής

Jemand, der von anderen lebt und nichts beiträgt 
der Parasit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Parasiten
αρσενικό ενικό
Parasit
θηλυκό ενικό
Parasitin
neutral form
Schmarotzer
γενική πτώση
Parasiten
Παραδείγματα
Er ist ein Parasit und arbeitet nie. 

Είναι παράσιτο και δεν δουλεύει ποτέ.

02

παράσιτο, παρασιτικός οργανισμός

Ein Lebewesen, das auf oder in einem anderen lebt und ihm schadet 
Παραδείγματα
Der Parasit lebt im Darm des Tieres. 

Το παράσιτο ζει στο έντερο του ζώου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store