das parlament
par
paʁ
par
la
la
la
ment
ˈmɛnt
ment
testamentassistentkorpulentkonsument

Ορισμός και σημασία του "parlament"στα γερμανικά

01

κοινοβούλιο, νομοθετικό σώμα

Ein Gremium von gewählten Vertretern, das Gesetze macht und kontrolliert 
das Parlament definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Parlament(e)s
πληθυντικός τύπος
Parlamente
Παραδείγματα
Das Parlament diskutiert neue Gesetze. 

Το κοινοβούλιο συζητά νέους νόμους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store