Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orientieren
[past form: orientierte]
01
προσανατολίζομαι, καθορίζω την κατεύθυνση
Die Richtung bestimmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
orientiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
orientiert
ενεστώτα μετοχή
orientierend
απλός αόριστος
orientierte
παθητική μετοχή
orientiert
Παραδείγματα
Der Fahrer orientierte sich an den Straßenschildern.
Ο οδηγός προσανατολίστηκε σύμφωνα με τις οδικές πινακίδες.
02
προσανατολίζομαι, ρυθμίζομαι σε
Sich nach etwas richten
Παραδείγματα
Alle Mitarbeiter müssen sich an die ethischen Richtlinien orientieren.
Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να προσανατολίζονται στις ηθικές κατευθυντήριες γραμμές.



























