Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Organismus
01
οργανισμός, ζωντανό ον
Ein lebender Körper oder ein System aus organischen Teilen, das als Ganzes funktioniert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Organismen
γενική πτώση
Organismus
Παραδείγματα
Der menschliche Organismus braucht Sauerstoff.
Ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται οξυγόνο.
LanGeek



























